Η Σαλοβαγγελιώ, νύμφη του πένθους και αθώα της αιωνιότητας

Η Σαλοβαγγελιώ, νύμφη του πένθους και αθώα της αιωνιότητας

Ζωγραφικό σχόλιο επάνω στον ανόμοιο γάμο του πένθους

Η Σαλοβαγγελιώ είναι υπαρκτό πρόσωπο. Μια ευαίσθητη γυναίκα  στον μετακατοχικό Βόλο, που χάνει το σύζυγό της και τα δυο παιδιά της, και κατόπιν τα λογικά της. Τρελαίνεται, παραμιλάει, χειρονομεί, πενθεί και τριγυρνάει, φορώντας όλα της τα ρούχα, μέσα στην πόλη, και τέλος χάνει και τη ζωή της χτυπημένη από αυτοκίνητο στο δρόμο.

Στον πίνακα λυπημένη και λυτρωμένη, συγκεντρωμένη στο ουσιώδες, περιγελάει την κούφια ματαιότητα που ασταμάτητα ζυμώνεται μέσα στη ζύμη της θολής φρόνησής μας.  

Έχοντας στο κεφάλι της 7 αναμμένα κεριά, φέρει το πένθος όλου του ανθρώπινου εβδομαδιαίου χρόνου. Στο χέρι της βαστά με δύναμη τον θεανθρώπινο  ιχθύ, που στην κοιλιά του χωράει και χωνεύει η αρχαία σφίγγα με το περί του ανθρώπου αίνιγμά της, ενώ στο στόμα του ψαριού, αναμμένη λευκή λαμπάδα φωτίζει, με το αστραπόμορφο φως της, το εσωτερικό ενός τούνελ, όπου μέσα του βρίσκεται η Σαλοβαγγελιώ. Ψηλά, στην κορυφή αυτού του τούνελ παριστάνεται  ο άνδρας της, και στα αριστερά και δεξιά το αγοράκι και το κοριτσάκι, όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα. Σ’ ένα παράθυρο κοντά της, κηροπήγιο φιλοξενεί αντί για κεριά λόγχες, λόγχες νυχτερινής αγωνίας, περιπολίας και προδοσίας. Έξω από το παράθυρο, αναδύοντας ίσως Ταρκοφσική  ατμόσφαιρα, ένα σπίτι, κάτω από κίτρινο κεχριμπαρένιο ουρανό, τυλιγμένο στις φλόγες ρίχνει προς εμάς τη χλοερή, βαθυπράσινη σκιά του.

Η Σαλοβαγγελιώ, διάφανη, με μάτια αιωνιότητας, μονάζει και δεν μονάζει μέσα στην ηλιακή γνώση της, παντρεύεται μέσα στην αθώα χαρά του πένθους της. Επάνω στο μαντήλι της και γύρω από την λευκή ονειρική φλόγα της λαμπάδας της,  νομίσματα ακτινωτά, ασταμάτητα τρέχουν.